masochist
ma
ˈmæ
so
chist
kɪst
kist

Ορισμός και σημασία του "masochist"στα αγγλικά

01

μαζοχιστής, άτομο που αντλεί ευχαρίστηση από τον πόνο

someone who derives pleasure or gratification from experiencing pain, humiliation, or suffering, either inflicted by oneself or by others 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
masochists
Παραδείγματα
Despite the discomfort, the masochist enjoys receiving a whipping during intimate encounters. 

Παρά την δυσφορία, ο μαζοχιστής απολαμβάνει να δέχεται μαστίγωση κατά τη διάρκεια οικείων συναντήσεων.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

masochistic
masochist
masoch
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store