Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Masculinity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
αρσενικό ενικό
masculinity
θηλυκό ενικό
femininity
neutral form
gender expression
02
αρρενωπότητα
the trait of behaving in ways considered typical for men
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
masculinity
masculine



























