martinet
mar
ˌmɑ:
μα
ti
τι
net
ˈnɛt
νετ

Ορισμός και σημασία του "martinet"στα αγγλικά

01

πειθαρχικός, πειθαρχόμανης

an individual who demands total obedience to rules, laws, and orders 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
martinets
Παραδείγματα
The new colonel was a tough, no-nonsense martinet who ran a very tight ship. 

Ο νέος συνταγματάρχης ήταν ένας σκληρός, σοβαρός μαρτινέ που διεύθυνε ένα πολύ σφιχτό πλοίο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store