Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
marred
01
κατεστραμμένος, ελαττωματικός
flawed because of a damage or excessive use
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most marred
συγκριτικός βαθμός
more marred
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
unmarred
marred
mar



























