Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maroon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maroon
συγκριτικός βαθμός
more maroon
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The dress she wore to the party was a beautiful maroon hue.
Το φόρεμα που φόρεσε στο πάρτι ήταν μια όμορφη καστανέρυθρη απόχρωση.
Maroon
01
σκούρο κόκκινο-καφέ, πορτοκαλί-καφέ
a deep, dark reddish-brown color
Παραδείγματα
She chose a maroon for the evening gala.
Επέλεξε ένα βιολετί για τη βραδινή γκαλά.
02
μαρόν, πυροτέχνημα συναγερμού
a loud firework that produces a booming sound, traditionally used as a warning or signal
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maroons
Παραδείγματα
The harbor set off a maroon to signal the approaching storm.
Το λιμάνι άναψε ένα μαρούν για να σηματοδοτήσει την επερχόμενη καταιγίδα.
03
μαρούνος, απομονωμένος ναυαγός
a person left stranded or isolated on an island
Παραδείγματα
Stories of maroons surviving alone fascinated explorers.
Ιστορίες μαρούν που επιβιώνουν μόνοι τους γοήτευαν τους εξερευνητές.
to maroon
01
εγκαταλείπω, αφήνω να περιπλανηθεί
to abandon or leave someone stranded, typically on a deserted island or remote location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maroon
γ΄ ενικό πρόσωπο
maroons
ενεστώτα μετοχή
marooning
απλός αόριστος
marooned
παθητική μετοχή
marooned
Παραδείγματα
Yesterday, the captain marooned the sailor on the uninhabited island as punishment for his disobedience.
Χθες, ο καπετάνιος εγκατέλειψε τον ναύτη στο ακατοίκητο νησί ως τιμωρία για την ανυπακοή του.



























