Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maroon
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maroon
συγκριτικός βαθμός
more maroon
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The maroon leaves in autumn added vibrant color to the landscape.
Τα καστανέρυθρα φύλλα το φθινόπωρο πρόσθεσαν ζωντανό χρώμα στο τοπίο.
Maroon
01
σκούρο κόκκινο-καφέ, πορτοκαλί-καφέ
a deep, dark reddish-brown color
Παραδείγματα
The sofa came in maroon and beige.
Ο καναπές ήρθε σε χρώμα καστανέρυθρο και μπεζ.
02
μαρόν, πυροτέχνημα συναγερμού
a loud firework that produces a booming sound, traditionally used as a warning or signal
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
maroons
Παραδείγματα
The explosion of the maroon echoed across the valley.
Η έκρηξη του μαρούνα αντήχησε σε όλη την κοιλάδα.
03
μαρούνος, απομονωμένος ναυαγός
a person left stranded or isolated on an island
Παραδείγματα
The novel described a maroon struggling to find food.
Το μυθιστόρημα περιέγραφε έναν ναυαγό που αγωνιζόταν να βρει φαγητό.
to maroon
01
εγκαταλείπω, αφήνω να περιπλανηθεί
to abandon or leave someone stranded, typically on a deserted island or remote location
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
maroon
γ΄ ενικό πρόσωπο
maroons
ενεστώτα μετοχή
marooning
απλός αόριστος
marooned
παθητική μετοχή
marooned
Παραδείγματα
If you disobey the rules, they will maroon you without hesitation.
Αν παραβείτε τους κανόνες, θα σας εγκαταλείψουν χωρίς δισταγμό.



























