market research
mar
ˈmɑ:
μα
ket
kɪt
κιτ
re
ρι
search
sɜ:ʧ
σερτσ

Ορισμός και σημασία του "market research"στα αγγλικά

Market research
01

έρευνα αγοράς, μελέτη αγοράς

the act of gathering information about what people need or buy the most and why 
market research definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Before launching the new product, the company conducted extensive market research to understand consumer preferences and trends. 

Πριν από την κυκλοφορία του νέου προϊόντος, η εταιρεία πραγματοποίησε εκτενή έρευνα αγοράς για να κατανοήσει τις προτιμήσεις και τις τάσεις των καταναλωτών.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store