mariner
Pronunciation
/ˈmɛɹənɝ/

Ορισμός και σημασία του "mariner"στα αγγλικά

01

ναύτης, πελάγιος

a man who serves as a sailor
mariner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mariners
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store