Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marine museum
01
ενυδρείο, ναυτικό μουσείο
a tank or pool or bowl filled with water for keeping live fish and underwater animals
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
marine museums
LanGeek



























