marigold
ma
ˈmæ
ri
ri
gold
gəʊld
gewld

Ορισμός και σημασία του "marigold"στα αγγλικά

01

κατιφές, μαριγκόλντ

any of various tropical American plants of the genus Tagetes widely cultivated for their showy yellow or orange flowers 
marigold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marigolds
01

χρυσοκίτρινο, χρυσό σαν κατιφέ

having a warm, bright, and sunny shade of yellow-orange, resembling the vibrant hues of the marigold flower 
marigold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most marigold
συγκριτικός βαθμός
more marigold
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The kitchen had marigold curtains for a warm and inviting feel. 

Η κουζίνα είχε κουρτίνες καλέντουλα για μια ζεστή και φιλόξενη ατμόσφαιρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store