Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to marginalize
01
περιθωριοποιώ, αποκλείω
to treat a person, group, or concept as insignificant or of secondary or minor importance
Transitive: to marginalize sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
marginalize
γ΄ ενικό πρόσωπο
marginalizes
ενεστώτα μετοχή
marginalizing
απλός αόριστος
marginalized
παθητική μετοχή
marginalized
Παραδείγματα
Historically, indigenous communities have been marginalized and deprived of their land rights.
Ιστορικά, οι αυτόχθονες κοινότητες έχουν περιθωριοποιηθεί και στερηθεί τα δικαιώματα γης τους.
Λεξικό Δέντρο
marginalize
marginal
margin



























