Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to marginalize
01
περιθωριοποιώ, αποκλείω
to treat a person, group, or concept as insignificant or of secondary or minor importance
Transitive: to marginalize sb/sth
Παραδείγματα
By marginalizing diverse perspectives, we limit our ability to address complex social issues effectively.
Με την περιθωριοποίηση διαφορετικών προοπτικών, περιορίζουμε την ικανότητά μας να αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά πολύπλοκα κοινωνικά ζητήματα.
Λεξικό Δέντρο
marginalize
marginal
margin



























