Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Maraud
01
λεηλασία, διαρπαγή
the action of wandering around in search of a place to attack and steal from
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
to maraud
01
λεηλατώ, κυνηγώ λάφυρα
raid and rove in search of booty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
maraud
γ΄ ενικό πρόσωπο
marauds
ενεστώτα μετοχή
marauding
απλός αόριστος
marauded
παθητική μετοχή
marauded



























