Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Marathoner
01
μαραθωνοδρόμος, δρομέας μαραθωνίου
a person who participates in long-distance running events typically covering 42.195 kilometers
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
marathoners
Παραδείγματα
The marathoner crossed the finish line after hours of running.
Ο μαραθωνοδρόμος διέσχισε τη γραμμή τερματισμού μετά από ώρες τρεξίματος.



























