Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mar
01
Μάρτιος, ο μήνας Μάρτιος
the month following February and preceding April
02
ελάττωμα, ψεγάδι
a mark or flaw that spoils the appearance of something (especially on a person's body)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mars
to mar
01
καταστρέφω, χαλώ
to ruin the perfection of something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mar
γ΄ ενικό πρόσωπο
mars
ενεστώτα μετοχή
marring
απλός αόριστος
marred
παθητική μετοχή
marred
02
προκαλώ σοβαρή ζημιά, καταστρέφω
to cause severe damage or destruction
Παραδείγματα
The tornado marred the town, leaving a trail of destruction in its wake.
Ο σίφωνας κατέστρεψε την πόλη, αφήνοντας ένα ίχνος καταστροφής στο πέρασμά του.



























