mar
mar
mɑ:
maa
malar

Ορισμός και σημασία του "mar"στα αγγλικά

01

Μάρτιος, ο μήνας Μάρτιος

the month following February and preceding April 
Mar definition and meaning
02

ελάττωμα, ψεγάδι

a mark or flaw that spoils the appearance of something (especially on a person's body) 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mars
to mar
01

καταστρέφω, χαλώ

to ruin the perfection of something 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mar
γ΄ ενικό πρόσωπο
mars
ενεστώτα μετοχή
marring
απλός αόριστος
marred
παθητική μετοχή
marred
02

προκαλώ σοβαρή ζημιά, καταστρέφω

to cause severe damage or destruction 
Παραδείγματα
The tornado marred the town, leaving a trail of destruction in its wake. 

Ο σίφωνας κατέστρεψε την πόλη, αφήνοντας ένα ίχνος καταστροφής στο πέρασμά του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store