Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mapmaking
01
χαρτογραφία
the making of maps and charts
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mapmakings
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mapmaking
map
making



























