Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assembling
01
συναρμολόγηση, συγκέντρωση
the act of gathering something together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
assembling
assemble



























