Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
manually
01
χειροκίνητα, με το χέρι
with physical effort rather than relying on machines or automation
Παραδείγματα
The mechanic manually adjusted the settings on the machine to optimize performance.
Ο μηχανικός χειροκίνητα προσάρμοσε τις ρυθμίσεις του μηχανήματος για βελτιστοποίηση της απόδοσης.
02
χειροκίνητα, με το χέρι
a shot taken at an easy or casual target (as by a pothunter)
Λεξικό Δέντρο
manually
manual



























