assaulter
Pronunciation
/ɐsˈɑːltɚ/

Ορισμός και σημασία του "assaulter"στα αγγλικά

01

επιτιθέμενος, εχθρός

someone who attacks
assaulter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assaulters

Λεξικό Δέντρο

assaulter
assault
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store