Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Assaulter
01
επιτιθέμενος, εχθρός
someone who attacks
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
assaulters
Λεξικό Δέντρο
assaulter
assault
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
επιτιθέμενος, εχθρός
Λεξικό Δέντρο