assaulter
a
ə
α
ssaul
ˈsɔ:l
σολ
ter
τα

Ορισμός και σημασία του "assaulter"στα αγγλικά

01

επιτιθέμενος, εχθρός

someone who attacks 
assaulter definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
assaulters

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

assaulter
assault
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store