mannered
ma
ˈmæ
nnered
nəd
nēd
manned

Ορισμός και σημασία του "mannered"στα αγγλικά

01

μαριονετικός, τεχνητός

behaving in an artificial way that is too formal, trying to impress others 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mannered
συγκριτικός βαθμός
more mannered
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His mannered speech made him seem distant and insincere. 

Ο επιτηδευμένος λόγος του τον έκανε να φαίνεται απόμακρος και ανειλικρινής.

Λεξικό Δέντρο

unmannered
mannered
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store