Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mannered
01
μαριονετικός, τεχνητός
behaving in an artificial way that is too formal, trying to impress others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mannered
συγκριτικός βαθμός
more mannered
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
behavior, communication, personality
Παραδείγματα
His mannered speech made him seem distant and insincere.
Ο επιτηδευμένος λόγος του τον έκανε να φαίνεται απόμακρος και ανειλικρινής.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
unmannered
mannered



























