manhunt
man
ˈmæn
mān
hunt
ˌhʌnt
hant

Ορισμός και σημασία του "manhunt"στα αγγλικά

01

κυνήγι ανθρώπου, αναζήτηση της αστυνομίας

an organized search by police for a person wanted for a crime 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
manhunts
Παραδείγματα
The police launched a manhunt for the suspect. 

Η αστυνομία ξεκίνησε ένα κυνήγι ανθρώπου για τον ύποπτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store