Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mandrill
01
μανδρίλλος, ντριλ
a primate species native to central and western Africa, known for its distinctive colorful face and impressive size
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mandrills
Λεξικό Δέντρο
mandrill
man
drill



























