Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mandolin
01
μαντολίνο, λαούτο με κοντή λαβή
a stringed musical instrument with a curved back and four pairs of metal strings, played with a plectrum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mandolins
02
μαντολίνο, κοπτήρας λαχανικών
a kitchen tool used for slicing fruits and vegetables with an adjustable blade



























