aspirin
Pronunciation
/ˈæspɹɪn/

Ορισμός και σημασία του "aspirin"στα αγγλικά

01

ασπιρίνη

a type of medicine taken to relieve pain, bring down a fever, etc.
aspirin definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
aspirin
Παραδείγματα
Aspirin is often used to alleviate the symptoms of the common cold.
Η ασπιρίνη χρησιμοποιείται συχνά για την ανακούφιση των συμπτωμάτων του κοινού κρυολογήματος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store