Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mammy
01
μαμά, μητέρα
informal terms for a mother
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mammies
02
μαμά, παιδαγωγός
an offensive term for a Black nursemaid in the southern U.S.



























