mammilla
ma
mmi
ˈmɪ
mi
lla
mamilla
mammillae

Ορισμός και σημασία του "mammilla"στα αγγλικά

01

θηλή, ριζάκι του μαστού

the small projection of a mammary gland 
mammilla definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mammillae
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store