Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Malignancy
01
κακοήθεια
the presence of cancerous cells with the potential to invade and spread
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malignancies
Παραδείγματα
My aunt underwent surgery to remove the malignancy in her breast.
Η θεία μου υπέστη χειρουργική επέμβαση για να αφαιρέσει την κακοήθεια στο στήθος της.
02
κακοήθεια, κακία
quality of being disposed to evil; intense ill will
Λεξικό Δέντρο
malignancy
malignance
malign



























