malignancy
ma
lig
ˈlaɪg
laig
nan
nən
nēn
cy
si
si
benignancy

Ορισμός και σημασία του "malignancy"στα αγγλικά

01

κακοήθεια

the presence of cancerous cells with the potential to invade and spread 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
malignancies
Παραδείγματα
My aunt underwent surgery to remove the malignancy in her breast. 

Η θεία μου υπέστη χειρουργική επέμβαση για να αφαιρέσει την κακοήθεια στο στήθος της.

02

κακοήθεια, κακία

quality of being disposed to evil; intense ill will 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

malignancy
malignance
malign
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store