malefactor
male
ˈmeɪl
meil
fac
fæk
fāk
tor

Ορισμός και σημασία του "malefactor"στα αγγλικά

01

εγκληματίας, κακοποιός

someone who has committed a crime or has been legally convicted of a crime 
malefactor definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malefactors
Παραδείγματα
The police were determined to apprehend the malefactors responsible for the string of burglaries. 

Η αστυνομία ήταν αποφασισμένη να συλλάβει τους κακοποιούς που ευθύνονταν για τη σειρά κλοπών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store