Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malarial
01
ελονοσιαστικός, σχετικός με την ελονοσία
related to or infected by malaria, a chronic disease that is caused by the bite of specific types of mosquito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
disease, health, medicine
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
malarial
malar



























