malarial
ma
μα
la
ˈlɛə
λεα
rial
riəl
ριαλ
materialmanorial

Ορισμός και σημασία του "malarial"στα αγγλικά

01

ελονοσιαστικός, σχετικός με την ελονοσία

related to or infected by malaria, a chronic disease that is caused by the bite of specific types of mosquito 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
disease, health, medicine

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

malarial
malar
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store