Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maladjusted
01
απροσάρμοστος, ασυμμάζευτος
emotionally unstable and unable to cope with the requirements of a healthy social life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maladjusted
συγκριτικός βαθμός
more maladjusted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her maladjusted behavior made it difficult for her to maintain stable relationships.
Η απροσάρμοστη συμπεριφορά της έκανε δύσκολο για αυτήν να διατηρήσει σταθερές σχέσεις.



























