maladjusted
ma
ˌmæ
μαι
lad
λα
jus
ˈʤʌs
τζασ
ted
tɪd
τιντ
unadjustedencrustedadjustedtrusted

Ορισμός και σημασία του "maladjusted"στα αγγλικά

maladjusted
01

απροσάρμοστος, ασυμμάζευτος

emotionally unstable and unable to cope with the requirements of a healthy social life 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maladjusted
συγκριτικός βαθμός
more maladjusted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
psychology, behavior, society
Παραδείγματα
The maladjusted student struggled to fit in with his peers at school. 

Ο απροσάρμοστος μαθητής αγωνίστηκε να ταιριάξει με τους συνομηλίκους του στο σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store