Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
maladjusted
01
απροσάρμοστος, ασυμμάζευτος
emotionally unstable and unable to cope with the requirements of a healthy social life
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maladjusted
συγκριτικός βαθμός
more maladjusted
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The maladjusted student struggled to fit in with his peers at school.
Ο απροσάρμοστος μαθητής αγωνίστηκε να ταιριάξει με τους συνομηλίκους του στο σχολείο.



























