Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
malachite
01
μαλαχίτης πράσινο, ζωηρό πράσινο σαν τον μαλαχίτη
having a a vibrant green color, named after the banded green mineral
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most malachite
συγκριτικός βαθμός
more malachite
διαβαθμίσιμο
Malachite
01
μαλαχίτης, ένα πράσινο ή μπλε ορυκτό που χρησιμοποιείται ως μεταλλεύδιο χαλκού και για την κατασκευή διακοσμητικών αντικειμένων
a green or blue mineral used as an ore of copper and for making ornamental objects
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
malachites



























