Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asp
01
άσπις, ελληνική οχιά
a small venomous snake of the viper family and European origin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
asps
02
άσπις, αιγυπτιακό δηλητηριώδες φίδι της οικογένειας των κόμπρα
an Egyptian venomous snake of the cobra family
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
aspic
asp



























