aslope
as
as
ασ
lope
ˈloʊp
λουπ
/ɐslˈəʊp/

Ορισμός και σημασία του "aslope"στα αγγλικά

01

κλιτύς, λοξός

having an oblique or slanted direction
aslope definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most aslope
συγκριτικός βαθμός
more aslope
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store