main drag
main
meɪn
mein
drag
dræg
drāg

Ορισμός και σημασία του "main drag"στα αγγλικά

01

ο κύριος δρόμος, η κεντρική λεωφόρος

the main street or avenue in a town or city, often bustling with activity 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
main drags
Παραδείγματα
The main drag was lined with shops and restaurants. 

Η κύρια λεωφόρος ήταν γεμάτη καταστήματα και εστιατόρια.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store