Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mailman
01
ταχυδρόμος, διανομέας αλληλογραφίας
someone who delivers letters, packages, etc. to people
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mailmen
Παραδείγματα
The children eagerly awaited the arrival of the mailman, hoping for letters or packages addressed to them.
Τα παιδιά περίμεναν με ανυπομονησία την άφιξη του ταχυδρόμου, ελπίζοντας σε γράμματα ή πακέτα που θα τους απευθύνονταν.
Λεξικό Δέντρο
mailman
man



























