Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mailman
01
ταχυδρόμος, διανομέας αλληλογραφίας
someone who delivers letters, packages, etc. to people
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mailmen
αρσενικό ενικό
mailman
θηλυκό ενικό
mailwoman
neutral form
mail carrier
Παραδείγματα
The mailman delivers letters and packages to our doorstep every morning.
Ο ταχυδρόμος παραδίδει γράμματα και πακέτα στην πόρτα μας κάθε πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
mailman
man



























