asking price
Pronunciation
/ˈæskɪŋ pɹˈaɪs/

Ορισμός και σημασία του "asking price"στα αγγλικά

01

ζητούμενη τιμή, τιμή πώλησης

the initial price set by a seller for a product or service, which may be subject to negotiation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asking prices
Παραδείγματα
She negotiated the asking price down by 10 % before making the purchase.
Παρέμεινε την ζητούμενη τιμή κάτω κατά 10% πριν κάνει την αγορά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store