Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
askance
01
από τη γωνία του ματιού, με δυσπιστία
with a sideways or slanted glance, often suggesting curiosity, hesitation, or mild distrust
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
He peeked askance at the stranger sitting beside him.
Κοίταξε λοξά τον ξένο που καθόταν δίπλα του.
02
με δυσπιστία, με καχυποψία
in a way that shows doubt, suspicion, or disapproval
Παραδείγματα
The teacher looked askance at the late assignment.
Ο δάσκαλος κοίταξε με καχυποψία την καθυστερημένη εργασία.
askance
01
λοξά, με καχυποψία
(of a glance) directed to one side with suspicion, envy, or doubt
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She gave him an askance glance.
Του έριξε μια λοξή ματιά.



























