Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mahi-mahi
/mˈæhaɪmˈæhaɪ/
/mˈahaɪmˈahaɪ/
Mahi-mahi
01
mahi-mahi, κορυφήνα
a type of fish known for its firm texture and mild flavor
Παραδείγματα
The mahimahi tacos were a hit at the party, topped with fresh cabbage slaw and avocado.
Τα τάκος με mahi-mahi ήταν επιτυχία στο πάρτι, σερβιρισμένα με φρέσκο λάχανο σαλάτα και αβοκάντο.
02
το κρέας του κοριφένα, το μαχι-μαχι
the flesh of mahi-mahi eaten as food
Παραδείγματα
The mahi-mahi tacos were a hit at the party, topped with fresh cabbage slaw and avocado.
Τα τάκος με mahi-mahi ήταν επιτυχία στο πάρτι, σερβιρισμένα με φρέσκο λάχανο σαλάτα και αβοκάντο.



























