Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magnetic
01
μαγνητικός, ελκυστικός
produced by or relating to magnetism
Παραδείγματα
Magnetic levitation trains use magnetic repulsion to float above the track, reducing friction and increasing speed.
Τα τρένα μαγνητικής αιώρησης χρησιμοποιούν μαγνητική απώθηση για να αιωρούνται πάνω από τη σιδηροδρομική γραμμή, μειώνοντας την τριβή και αυξάνοντας την ταχύτητα.
02
μαγνητικός, μαγνητισμένος
(physics) possessing the attribute of attracting metal objects such as iron or steel
Παραδείγματα
Magnetic levitation trains use magnetic repulsion to hover above the tracks, reducing friction and increasing speed.
Τα τρένα μαγνητικής αιώρησης χρησιμοποιούν μαγνητική απώθηση για να αιωρούνται πάνω από τις ράγες, μειώνοντας την τριβή και αυξάνοντας την ταχύτητα.
03
μαγνητικός, μαγνητικός
determined or influenced by the earth's magnetic field
Παραδείγματα
Magnetic surveys help locate mineral deposits.
Οι μαγνητικές έρευνες βοηθούν στον εντοπισμό κοιτασμάτων ορυκτών.
04
μαγνητικός, γοητευτικός
having an extraordinary ability to attract people
Παραδείγματα
A magnetic leader can inspire loyalty and enthusiasm.
Ένας μαγνητικός ηγέτης μπορεί να εμπνεύσει πίστη και ενθουσιασμό.
05
μαγνητικός, μαγνητίσιμος
having the ability to become magnetized
Παραδείγματα
Some metals can be magnetized easily.
Ορισμένα μέταλλα μπορούν εύκολα να μαγνητιστούν.
Λεξικό Δέντρο
antimagnetic
nonmagnetic
magnetic
magnet



























