Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
magnetic
01
μαγνητικός, ελκυστικός
produced by or relating to magnetism
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most magnetic
συγκριτικός βαθμός
more magnetic
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The magnetic field around the magnet attracts nearby metal objects.
Το μαγνητικό πεδίο γύρω από τον μαγνήτη προσελκύει κοντινά μεταλλικά αντικείμενα.
02
μαγνητικός, μαγνητισμένος
(physics) possessing the attribute of attracting metal objects such as iron or steel
Παραδείγματα
Magnets exhibit magnetic properties by attracting iron filings.
Οι μαγνήτες παρουσιάζουν μαγνητικές ιδιότητες προσελκύοντας ρινίσματα σιδήρου.
03
μαγνητικός, μαγνητικός
determined or influenced by the earth's magnetic field
Παραδείγματα
Magnetic north differs slightly from true north.
Ο μαγνητικός βορράς διαφέρει ελαφρώς από τον αληθινό βορρά.
04
μαγνητικός, γοητευτικός
having an extraordinary ability to attract people
Παραδείγματα
Her magnetic personality drew everyone to her.
Η μαγνητική της προσωπικότητα έλκυσε όλους προς αυτήν.
05
μαγνητικός, μαγνητίσιμος
having the ability to become magnetized
Παραδείγματα
Iron is a magnetic material.
Ο σίδηρος είναι ένα μαγνητικό υλικό.
Λεξικό Δέντρο
antimagnetic
nonmagnetic
magnetic
magnet



























