Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Magnet
01
μαγνήτης, μαγνητικός
an object that produces an invisible field capable of attracting certain metals without physical contact
Παραδείγματα
Earth itself acts like a giant magnet, creating a magnetic field that guides compasses.
Η ίδια η Γη δρα σαν ένας γιγαντιαίος μαγνήτης, δημιουργώντας ένα μαγνητικό πεδίο που καθοδηγεί τις πυξίδες.
02
ένας μαγνήτης, ένα κέντρο έλξης
a characteristic that attracts attention or interest
Παραδείγματα
The festival was a magnet for thousands of music lovers.
Το φεστιβάλ ήταν ένας μαγνήτης για χιλιάδες λάτρεις της μουσικής.
Λεξικό Δέντρο
magnetic
magnetics
magnetism
magnet



























