magically
ma
ˈmæ
gica
ʤɪk
jik
lly
li
li

Ορισμός και σημασία του "magically"στα αγγλικά

01

μαγικά, με μαγικό τρόπο

in a way that appears to involve magic or supernatural forces 
magically definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
The illusionist performed a trick that seemed to make objects disappear magically. 

Ο ιλλουζιονίστας έκανε ένα τρικ που φαινόταν να κάνει τα αντικείμενα να εξαφανίζονται μαγικά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

magically
magical
magic
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store