magical
ma
ˈmæ
μαι
gi
ʤɪ
τζι
cal
kəl
καλ
/ˈmædʒɪkəl/

Ορισμός και σημασία του "magical"στα αγγλικά

01

μαγικός, γοητευτικός

related to or practicing magic
magical definition and meaning
Παραδείγματα
The wizard 's magical staff glowed with a mystical light as he cast his spell.
Το μαγικό ραβδί του μάγου έλαμψε με ένα μυστηριώδες φως καθώς έριχνε το ξόρκι του.
02

μαγικός, γοητευτικός

inspiring wonder or delight, as if possessing enchanting qualities
Παραδείγματα
The magical moment of the proposal under the starry sky was unforgettable.
Η μαγική στιγμή της πρότασης κάτω από το αστερόεξο ουρανό ήταν αξέχαστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store