maddened
ma
ˈmæ
ddened
dənd
dēnd
gladdened

Ορισμός και σημασία του "maddened"στα αγγλικά

01

εξοργισμένος, θυμωμένος

marked by extreme anger 
maddened definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most maddened
συγκριτικός βαθμός
more maddened
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, state, behavior

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

maddened
madden
mad
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store