machinery
Pronunciation
/məˈʃinɝi/, /məˈʃinɹi/

Ορισμός και σημασία του "machinery"στα αγγλικά

01

μηχανήματα, βιομηχανικός εξοπλισμός

machines, especially large ones, considered collectively
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The workers received training on how to safely operate the new machinery introduced to the workshop.
Οι εργαζόμενοι έλαβαν εκπαίδευση σχετικά με τον ασφαλή χειρισμό των νέων μηχανημάτων που εισήχθησαν στο εργαστήριο.
02

μηχανισμός, συσκευή

a system of means and activities whereby a social institution functions
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store