machine gun
ma
chine
ˈʃi:n
shin
gun
gʌn
gan
machinegun
MG

Ορισμός και σημασία του "machine gun"στα αγγλικά

01

πολυβόλο, αυτόματο τουφέκι

a gun that automatically and rapidly fires a succession of bullets upon pressing the trigger 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
machine guns
Παραδείγματα
The soldiers used a mounted machine gun to provide covering fire during the assault. 

Οι στρατιώτες χρησιμοποίησαν ένα εγκατεστημένο πολυβόλο για να παρέχουν πυρ κάλυψης κατά τη διάρκεια της επίθεσης.

to machine-gun
ma
chine
ʃi:n
shin
gun
gʌn
gan
to machine-gun
01

πολυβολώ, πυροβολώ με πολυβόλο

to fire continuously or rapidly using a machine gun 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
machine-gun
γ΄ ενικό πρόσωπο
machine-guns
ενεστώτα μετοχή
machine-gunning
απλός αόριστος
machine-gunned
παθητική μετοχή
machine-gunned
Παραδείγματα
The soldiers machine-gunned the advancing enemy. 

Οι στρατιώτες πυροβόλησαν με πολυβόλα τον εχθρό που προχωρούσε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store