Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lyre
01
λύρα, μικρό πληκτροφόρο μουσικό όργανο σε σχήμα U που προέρχεται από την αρχαία Ελλάδα
a small U-shaped string instrument similar to the harp originated in ancient Greece
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
lyres
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
lyrist
lyre



























