Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ash
01
φλαμουριά, κοινή φλαμουριά
a type of forest tree native to Europe and parts of Asia, known for its tall, straight trunk and compound leaves
Παραδείγματα
The ash tree's timber is valued for its strength and flexibility, making it ideal for furniture and sports equipment.
Το ξύλο της φλαμουριάς εκτιμάται για την αντοχή και την ευελιξία του, καθιστώντας το ιδανικό για έπιπλα και αθλητικό εξοπλισμό.
1.1
φλαμουριά, ξύλο φλαμουριάς
the strong, flexible wood of Fraxinus trees, used for furniture, tools, and sporting equipment such as baseball bats
Παραδείγματα
Craftsmen prefer ash for chair frames.
Οι τεχνίτες προτιμούν την φλαμουριά για τα πλαίσια των καρεκλών.
02
τέφρα, γκρίζη σκόνη από καύση
a grey powder that is produced as a result of a substance getting burned
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ashes
Παραδείγματα
The campfire left a pile of ash on the ground.
Η φωτιά του κατασκηνώματος άφησε ένα σωρό τέφρα στο έδαφος.
2.1
στάχτη, σκόνη
the powdery remains of a body after it has been cremated
Παραδείγματα
The ashes were placed in a small urn for the family to keep.
Οι στάχτες τοποθετήθηκαν σε μια μικρή δοχείο για να τις κρατήσει η οικογένεια.
to ash
01
μετατρέπω σε στάχτη, καίω ολοκληρωτικά
to reduce something to ashes through burning or complete combustion
Transitive: to ash sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
ash
γ΄ ενικό πρόσωπο
ashes
ενεστώτα μετοχή
ashing
απλός αόριστος
ashed
παθητική μετοχή
ashed
Παραδείγματα
The wildfire ashed entire hectares of forest, leaving only charred remains.
Η πυρκαγιά μετέτρεψε σε στάχτη ολόκληρα εκτάρια δάσους, αφήνοντας μόνο καμμένα υπολείμματα.
Λεξικό Δέντρο
ashy
ash



























