Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asexy
01
asexy, ασεξουαλικός ελκυστικός
describing someone who is asexual but still considered attractive or appealing
αργκό
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most asexy
συγκριτικός βαθμός
more asexy
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
attractiveness, sexuality, personality
Παραδείγματα
That asexy vibe was impossible to ignore at the party.
LanGeek



























