Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asexually
01
ασεξουαλικά
regarding to a manner of reproduction or activity that does not involve sexual processes or characteristics
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Some plants can reproduce asexually through methods like cloning.
Μερικά φυτά μπορούν να αναπαραχθούν ασεξουαλικά μέσω μεθόδων όπως η κλωνοποίηση.
Λεξικό Δέντρο
asexually
asexual
sexual
sexu



























