asexuality
Pronunciation
/eɪsˈɛkʃuːˈælɪɾi/

Ορισμός και σημασία του "asexuality"στα αγγλικά

01

ασεξουαλικότητα, ασεξουαλισμός

a sexual orientation characterized by a lack of sexual attraction or desire for sexual activity
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο

Λεξικό Δέντρο

asexuality
asexual
sexual
sexu
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store