Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Luxury
01
πολυτέλεια
great pleasure and comfort afforded by expensive food, places, or clothes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The designer dress she wore was the epitome of luxury.
Το φόρεμα σχεδιαστή που φορούσε ήταν η επιτομή της πολυτέλειας.
02
πολυτέλεια
the characteristic of being exceptionally expensive, offering superior quality and exclusivity
Παραδείγματα
The luxury of the hotel's amenities was evident in its opulent decor and exceptional service.
Η πολυτέλεια των εγκαταστάσεων του ξενοδοχείου ήταν εμφανής στο πλούσιο διακόσμημα και την εξαιρετική εξυπηρέτηση.
03
πολυτέλεια, μεγαλοπρέπεια
an indulgence or extravagance that is not essential but provides great satisfaction
Παραδείγματα
Having fresh flowers in every room is a luxury she never goes without.
Το να έχει φρέσκα λουλούδια σε κάθε δωμάτιο είναι μια πολυτέλεια από την οποία δεν παραιτείται ποτέ.
luxury
01
πολυτελής, λυκούσιος
offering exceptional comfort, high quality, and indulgence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most luxury
συγκριτικός βαθμός
more luxury
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They stayed in a luxury hotel with breathtaking views and impeccable service.
Έμειναν σε ένα πολυτελές ξενοδοχείο με εντυπωσιακές θέα και άψογη εξυπηρέτηση.
Λεξικό Δέντρο
luxuriance
luxurious
luxury



























