luxurious
Pronunciation
/ɫəɡˈʒɝiəs/

Ορισμός και σημασία του "luxurious"στα αγγλικά

01

πολυτελής, περιποιημένος

extremely comfortable, elegant, and often made with high-quality materials or features
luxurious definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most luxurious
συγκριτικός βαθμός
more luxurious
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He enjoyed a luxurious lifestyle, traveling in private jets and staying at five-star hotels.
Απολάμβανε ένα πολυτελές τρόπο ζωής, ταξιδεύοντας με ιδιωτικά τζετ και διαμένοντας σε πεντάστερα ξενοδοχεία.

Λεξικό Δέντρο

luxuriously
luxuriousness
luxurious
luxury
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store